εξατμίζω


εξατμίζω
(AM ἐξατμίζω) [ατμίζω]
1. μετατρέπω υγρό σε ατμό, σε αεριώδη κατάσταση («τοῡ πυρὸς ἐξατμίσαντος ἐκ τῆς γῆς τὸ ὑγρόν», Αριστοτ.)
νεοελλ.
Ι. 1. ενεργώ ώστε από κλειστό σκεύος να βγει ο ατμός («εξάτμισε τη μηχανή»)
ΙΙ εξατμίζομαι
1. (για αφρό κύματος) σβήνω, εξαφανίζομαι
2. (για κρασί, οινοπνευματώδη κ.λπ.) ξεθυμαίνω
3. εξαφανίζομαι σαν να έγινα ατμός («εξατμίστηκε το θάρρος του»).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εξατμίζω — εξατμίζω, εξάτμισα βλ. πίν. 33 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • εξατμίζω — εξάτμισα, εξατμίστηκα, εξατμισμένος, μτβ. 1. μεταβάλλω κάποιο υγρό σε ατμό ή αέριο, ατμοποιώ, αεροποιώ, εξανεμίζω. 2. ενεργώ ώστε από κλεισμένο σκεύος να βγει ο ατμός βραστού νερού: Εξάτμισε την ατμομηχανή. 3. μτφ., αφανίζω κάτι, το εξανεμίζω… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εξατμίζω — [эксатмизо] р. испарять …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἐξατμίζῃ — ἐξατμίζω turn into vapour pres subj mp 2nd sg ἐξατμίζω turn into vapour pres ind mp 2nd sg ἐξατμίζω turn into vapour pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξατμίσει — ἐξατμίζω turn into vapour aor subj act 3rd sg (epic) ἐξατμίζω turn into vapour fut ind mid 2nd sg ἐξατμίζω turn into vapour fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξατμιζομένων — ἐξατμίζω turn into vapour pres part mp fem gen pl ἐξατμίζω turn into vapour pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξατμιζόμενον — ἐξατμίζω turn into vapour pres part mp masc acc sg ἐξατμίζω turn into vapour pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξατμιζόντων — ἐξατμίζω turn into vapour pres part act masc/neut gen pl ἐξατμίζω turn into vapour pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξατμισθέντα — ἐξατμίζω turn into vapour aor part pass neut nom/voc/acc pl ἐξατμίζω turn into vapour aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξατμίζει — ἐξατμίζω turn into vapour pres ind mp 2nd sg ἐξατμίζω turn into vapour pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.